| |
|


 |
|
ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: JACQUES DE LOUSTAL
http://www.babelfestival.gr/
Του Αβραάμ Κάουα
Ξεφυλλίζοντας τα κόμικς του Jacques de Loustal, έχεις την αίσθηση πως βρέθηκες
σε έναν κινηματογράφο που παίζει μονίμως ταινίες από αυτές που δεν φτιάχνονται
πια, ή σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη με σκονισμένα βιβλία παρατημένα εκεί από τα
μέσα του περασμένου αιώνα. Το σύμπαν του Loustal είναι φτιαγμένο από αισθήσεις,
όνειρα, και ατμόσφαιρες του παρελθόντος, γεμάτο από κινηματογραφικές και
λογοτεχνικές αναφορές, από φαντάσματα άλλων εποχών, από ψυχές παγωμένες σε
ένα στιγμιότυπο της ατέρμονης καθόδου τους στην άβυσσο του χρόνου.

Από το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ ακόμα, το Μια Βέσπα, Μαύρα Γυαλιά? (Une
vespa, des lunettes noires..., 1980), διαφαίνεται μια ευαισθησία ρυθμισμένη
στη νοσταλγία του ανείπωτου, στις συχνότητες της αναπόλησης αλλοτινών εποχών
και αλλοτινών τόπων όπως το Μαρόκο του Zenata Plage (1984) σε συνδυασμό όμως
με μια βέβηλη τάση ανάπλασής τους με τη μορφή φυλλαδίων όχι τουριστικών, αλλά
μελαγχολικών, καταθλιπτικών, σκληρών (και γι αυτό γνήσια ρομαντικών). Για να
το καταφέρει, επικεντρώνεται περισσότερο στο να αναδείξει το περιβάλλον των
πρωταγωνιστών-φαντασμάτων του παρά τους ίδιους. Σκύλοι και σαύρες λιάζονται
στα εξωτικά τοπία του, ενώ οι άνθρωποι κρύβονται στις σκιές των ψυχών τους.
Εκτοπίζοντας το κείμενο εκτός εικόνας, ο Loustal σκηνοθετεί το λόγο ως
λεζάντα σε αναμνηστικές φωτογραφίες μιας υπέροχης πλήξης, μιας πραγματικότητας
από την οποία απουσιάζει η ζωντάνια και απομένουν μόνο ακουαρέλες και μελάνια.
Το σχέδιό του μοιάζει επίπεδο, χωρίς διαστάσεις, προοπτική και βάθος, αλλά αυτή
η ρηχότητα στοιχειώνεται από τους πρωταγωνιστές. Όλοι οι χαρακτήρες του μοιάζουν
άνθρωποι που προσπαθούν απεγνωσμένα να κρύψουν κάτι, και οι βινιέτες του είναι
καδραρισμένες έκκεντρα, με καίρια στοιχεία τοποθετημένα στο περιθώριο ή και
παντελώς απόντα από το πλάνο. Ο Loustal είναι ο σχεδιαστής της έλλειψης.
Ιδανικοί σκηνοθέτες για να μεταφέρουν κόμικς του στο σινεμά θα ήταν ο
Πολάνσκι, ο Μπρεσόν, ο Μελβίλ, ο Βέντερς, ο Ταβερνιέ, ο Φον Στέρνμπεργκ (δημιουργοί
ελλειπτικοί, αλλά ταυτόχρονα εντελώς παρελθόντες: νεκροί, ή σε παρακμή). Η
εμμονή του με το παλιό σινεμά και ιδιαίτερα με τη φελινική Dolce Vita εκδηλώνεται
νωρίς, στα Σινερομάντζα (Cine-Romans, 1988), και κορυφώνεται στο Αυτό που εκείνος
περίμενε από κείνη (Ce qu'il attendait d'elle, 2001).
Παράλληλα με τις αφηγηματικές ιστορίες του, ο Loustal έχει φιλοτεχνήσει πίνακες
και έχει εικονογραφήσει βιβλία, δουλειές που κατά καιρούς έχει συλλέξει σε τόμους
με τίτλους ιδιαίτερα εύλογους: Τα φώτα της μέρας (Lumieres du jour, 1988),
Το χρώμα των ονείρων (Couleur des reves, 1994), Ήλιοι της νύχτας (Soleils de
nuit, 1998) και Εκείνοι, οι νήσοι, εκείνες (Iles et elles, 2002). Σε αυτά τα
βιβλία φαίνονται ακόμα περισσότερο οι επιρροές του από τους φωβιστές και τον
David Hockney, ο εξωτισμός κι ο ερωτισμός που υπαινίσσεται η νοσταλγία του.
Όμως η αποκρυπτογράφηση του φαινομένου Loustal δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης
χωρίς τα ταξίδια. Η φαντασία του βρίσκει το γαλλικό εξάγωνο πολύ περιορισμένο,
όπως μαρτυρούν τα ταξιδιωτικά του βιβλία που περισυλλέγουν, πάντα σε εικόνες,
τις εμπειρίες του από εκείνες τις περιοχές του κόσμου όπου ο χρόνος κυλά πιο
αργά: Ιάβα (1996), Ταξίδι στη Μεσόγειο (1996), και τέσσερα Τετράδια ταξιδίων
από το Περού μέχρι τη Σενεγάλη και το Βιετνάμ.

Από τις πολλές συνεργασίες του με ταλαντούχους συγγραφείς ξεχωρίζουν οι
Αναμνήσεις γυναικών του Morel Cox) (Memoires avec dames par Morel Cox, 1989,
σε σενάριο Fromental), από τα λίγα «κλασικού ύφους» κόμικς του, με έναν ήρωα
που αποτελεί διαστροφικό φόρο τιμής στον Tintin, η εικονογράφηση του μυθιστορήματος
του Alain Gerber Οι άγγελοι του Ρίο (Les Anges de Rio, 1995) που θυμίζει πλάνα
από την Πόλη του Θεού, ο Gaby (1996 σε σενάριο Pierre Coré), μια ιστορία για
έναν ερωτευμένο άγγελο που έδωσε στον Loustal τη σπάνια ευκαιρία να δουλέψει
σε έναν κόσμο «αχρονικό», για την αναπαράσταση του οποίου δεν θα χρειαζόταν
φωτογραφικά ντοκουμέντα ως βοηθήματα, τα noir αφηγήματα Οι αδελφοί Αντάμοφ
(Les Frères Adamov, 1991) και White Sonya (2000), και τα δύο σε σενάριο του
Jerome Charyn, η Πανώρια Θάλασσα της Κίνας (Jolie Mer de Chine, 2002) και το
Ουδέν νεώτερον από το Οχυρό Μπονγκό (Rien de neuf à Fort Bongo, 2004), προσαρμογές
σε μορφή κόμικς των παρακμιακών εξωτικών μυθιστορημάτων του Jean-Luc
Coatalem, καθώς και η εικονογράφηση ενός ασυνήθιστα «τροπικού» μυθιστορήματος
του Georges Simenon, του Τουρίστα της μπανάνας (Touriste de bananes, 1998).
Η μακροβιότερη όμως και πιο σημαντική συνεργασία του Loustal είναι τα
ντουέτα του με τον τεχνίτη του λόγου Philippe Paringaux. Ξεκινώντας από το
αμερικάνικο φόντο του New York Miami (1980), οι δύο δημιουργοί, σαν τζαζίστες
απόλυτα εναρμονισμένοι στον αυτοσχεδιασμό τους, πλάθουν κείμενα σαν τραγούδια
και εικόνες σαν μελωδίες, soundtrack για σχέσεις ανθρώπινες και άδοξες σε σκηνικά
από τις απομονωμένες τροπικές ζώνες μέχρι τις ερήμους των μεγαλουπόλεων. Από
τα Ερωτικά στιγμιότυπα (Clichés d amour, 1982), μικρές, αιχμηρές ιστορίες αγάπης
(ή ιστορίες μικρής, αιχμηρής αγάπης, πάρτε το όπως θέλετε), οι
Loustal-Paringaux προχώρησαν στις Καρδιές στην άμμο (Coeurs de sable, 1985),
όπου η σκόνη της ερήμου πνίγει τις ερωτικές περιπέτειες μιας ομάδας στρατιωτών
της Λεγεώνας των Ξένων, διαποτίζει μοιραίες γυναίκες τύπου Marlene Dietrich,
και καλύπτει τα φαντάσματα κινηματογραφικών τυχοδιωκτών όπως οι Gary Cooper,
Jean Gabin και Humphrey Bogart, καταδικάζοντας τα πάντα στη λησμονιά, και από
κει έφτασαν στη ιστορία του Kid Congo (1997), λυπητερή και ζοφερή σαν blues
με νότες από κάρβουνο. Ακόμα και σήμερα, όμως, καμία από αυτές τις υπέροχες
ιστορίες δεν έχει επισκιάσει τη φήμη του Ο Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα (Barney
et la note bleue, 1987), της ιστορίας που αποτελεί την πεμπτουσία του στυλ
Loustal-Paringaux.
Ο ήρωας του Ο Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα είναι φανταστικό πρόσωπο, ένα αμάλγαμα
του σαξοφωνίστα Barney Wilen με άλλους μουσικούς-αρχέτυπα της τζαζ μυθολογίας,
αλλά η ιστορία των Loustal-Paringaux είναι τόσο δυνατή, που ο μύθος
υποκαθιστά την πραγματικότητα, και πλέον μόνο όσοι αναγνώστες είναι και
γνώστες της τζαζ θα «διαμαρτυρηθούν» πως ο Barney Wilen δεν πέθανε μαζί με τον
«σωσία» του. Πρόκειται για μια κάπως ασεβή, ελευθέρια προσέγγιση της
ιστορίας της τζαζ, η οποία απουσιάζει από π.χ. την αντίστοιχη αριστουργηματική
βιογραφία της Billie Holiday από τους Muñoz-Sampayo. Μια άλλη, καίρια διαφορά,
είναι η επιλογή του χρώματος. Ο Loustal δεν δηλώνει ξένος προς το ασπρόμαυρο:
το έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές ως yin και yang της ανθρώπινης ύπαρξης,
για να μιλήσει για τις σχέσεις και τη ζωή όπως οι Muñoz-Sampayo, δηλαδή με τόνους
σκληρούς και απόλυτους, αλλά βαθιά μελαγχολικούς. Όμως το χρώμα στο Ο
Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα λειτουργεί με μια αντίστροφη από ό,τι θα περίμενε
κανείς λογική. Τα χρώματα κυλούν πάνω από τους χαρακτήρες σαν να δανείζουν τη
ζεστασιά τους σε ψυχές ψυχρές κι απόμακρες, φευγαλέα σαν τα συναισθήματά τους.
Σαν διεστραμμένες καρτ-ποστάλ από εγκαταλειμμένα, παρακμασμένα τουριστικά
θέρετρα, οι βινιέτες του Loustal απεικονίζουν σε χρώμα τους ισχνούς φοίνικες,
τις ξεθωριασμένες ομπρέλες πλάι στις άδειες πισίνες, τις τουλούπες καπνού που
τυλίγουν αδύναμους ανεμιστήρες, τις μεθυσμένες γκριμάτσες εν μέσω χαοτικών συζητήσεων,
τα αργά (στατικά, στάσιμα) κρουαζιερόπλοια, τους τελειωμένους έρωτες, τις
πεταμένες ζωές. Αυτές οι βινιέτες δυσφημίζουν τις ανθρώπινες ατραξιόν τους αντί
να τις κάνουν πιο ελκυστικές, ακριβώς επειδή διαχέονται από χρώματα που μιλούν
για χαμένες ευκαιρίες: ο Barney, ταλαντούχος αλλά εγωιστής, ναρκομανής αλλά
ψυχρός, ερωτικός αλλά αδύναμος, «φιλοδοξεί» κατά κάποιο τρόπο να γίνει
γνήσια τραγικός, σαν την Billie, αλλά αποτυγχάνει, όπως αποτυγχάνει γενικώς
στη ζωή του. Αυτό που τον κάνει συμπαθή δεν είναι το ασπρόμαυρο μεγαλείο που
θα περίμενε κανείς από μια ιστορία για έναν μουσικό της τζαζ, αλλά η έγχρωμη
μετριότητά του ως ανθρώπου. Αυτή τη συμπαθή μετριότητα προσπαθούν να κρύψουν
όλοι οι χαρακτήρες του Loustal. Ιδιοφυής όσο και ρομαντικός, πικρόχολος όσο
και τρυφερός, ο Loustal πάνω από όλα έχει το θάρρος να ατενίζει το
νοσταλγικό παρελθόν ως φτιαχτό, ως τέχνημα, με τη μελαγχολία της ανάμνησης που
διακρίνει συγγραφείς σαν τον Paul Bowles. Γιατί τι άλλο είναι η νοσταλγία,
οι αναμνήσεις, από ένα παρελθόν φτιαχτό, επιτηδευμένα χρωματισμένο έτσι ώστε
να καλύψει την ανθρώπινη μετριότητα;

|
|
|
Babel 1987, nr 71, Loustal p. 43
-54
Psycho-Babel
The subversive 'magazine for comics' turns a respectable 20 and sketches an online future, the loosely-styled magazine for comics, is in danger of reaching maturity as it turns 20 this year. Launched in 1981 the groundbreaking publication introduced the art of comics to the country's youth and now together with Gynaika and Tesseris Trohoi is competing for the title of the oldest magazine in Greece.
It has survived two decades of immense change in the Greek media, awakening generations of readers to the world of comics and design; introducing Altan, Caze, Reiser, Bilal,
Loustal, Moebious, Crepax, Dalmatia, Pazienza, Tamburini, Manara.
International recognition
In 1987, prestigious comic periodical Les Cahiers de la Bande Dessinne listed Babel in its European top ten. In the same year it drew special tribute from Liberation who were fascinated by the work of Pazinenza Loustal and Munoz featured in Babel's landmark comic exhibition.
Despite black-and-white beginnings, coloured comics first appeared between the covers in 1982 in a special issue on the coup d'etat in Poland and by 1986 Babel boasted an impressive design, layout and graphics, promising to define Greece's entire aesthetic perspective.
Fifteen years on their case is compelling, as the publication has nurtured a generation of magazine readers and producers with Babel alumni scattered through the ranks of Greece's media. Among the nationally-established comic artists who cut the teeth at Babel are Arkas and Kailatzis and they are joined by a legion of art directors, graphic designers and writers taking pride of place in the country's current media landscape.
Landscape artists
Editor Giorgos Siounas confesses: "there are only two or three things I'm sure of with regard to Babel and these are that it tried to subvert aesthetic judgment - to open a window to other different, weird images from accommodating the innovations of Munoz to accepting the mad ideas of Koulas."
In 1984, Babel paid special tribute to Mario Dalmaviva who was jailed by the Italian authorities as a terrorist penalized for his ideas, in an issue that became a symbol for freedom of expression and intellectual amnesty in northern Europe.
Issue one
The issue was only the beginning of Babel's contribution in raising awareness of causes that were largely unknown to the Greek youth and public. In 1989 using the comics of Toppi, Aidini, Baldazzini, Papaioannou, Babel published an issue devoted to a larger campaign introducing the concept of environmentalism.
This effort was followed by a more controversial bid to legalise marijuana, that resulted in a special issue reprinted all over the Greek press sparking widespread public debate on the subject. In the 90s Babel has continued to produce a top quality magazine which treats comics as an integral form of youth sub-cultural expression. Young people from around the country send their sketches, pieces or 'zines in an attempt to reach out to others.
Building on its network and support the magazine has been able to make a major impact on Athenian cultural life in the form of the annual Babel festival. The week-long event, devoted to youth creativity and comics, has gradually established itself in the evolving area of Gazi with more than 150,000 visitors in 2000.
The festival's impact has been felt beyond the bounds of comic art with many of the featured bands going on to earn major record deals. This year the festival included live audio-mixing, multimedia installations - and of course comics.
As Babel sketches into its second century it is read by close to 15,000 around the country and has added at least 220 issues and 1,700 images to their imagination. The next step is to secure the funding that would open up a whole new audience as Babel looks to create an online presence to match its impressive paper past.
info from: http://www1.greece.gr/LIFE/Media/psychobabel.stm
Babel: http://www.babel.gr
|
|

Memoires avec dames
"La demoiselle en blanc"
|